7 Ιανουαρίου 2011

Ο μεζές του μπάρμπα Γιώργη

Στο Λεωνίδιο στα δύσκολα  χρόνια,  με φτώχια και  πείνα  η παρέα και φίλοι του μπάρμπα Γιώργη τον πίεζαν να τους κάνει το τραπέζι με τον μεζέ που τους είχε τάξει, για τα γεννητούρια ενός από τα πολλά παιδιά που είχε  αποκτήσει (τα έφτασε 10 !!).
Η πίεση και τα πειράγματα,  ήταν  όλο και πιο  έντονα και αρκετές  φορές,  δεν περνούσε από τον κεντρικό δρόμο, αλλά μέσα από  τον χείμαρρο, για να τα αποφύγει. 
΄Ένα  πρωινό,  περνώντας απ΄ τον χείμαρρο, σκοντάφτει σε κάποιο πέδιλο βοσκού, το οποίο ήταν κατασκευασμένο: η μεν σόλα του από κομμάτι καουτσούκ,  από ρόδα αυτοκινήτου, τα δε λουριά του πέδιλου, από πολύ χοντρό δέρμα. Aμέσως  του ήρθε μια ιδέα, για τον μεζέ που είχε τάξει……,παίρνει το πέδιλο πάει στο σπίτι και παίρνει
μανέστρα, που είχε από το εργοστάσιο Ηλιάδη, στο λιμάνι, που έφτιαχνε ζυμαρικά.  Όταν πήγαινε και έκανε καμιά μικροεπισκευή  ή συντήρηση,  στις μηχανές του εργοστασίου, η  πληρωμή του γινότανε με είδος (το εργοστάσιο τώρα δεν υπάρχει, κάηκε στον πόλεμο).

Πηγαίνει το πέδιλο. στον φίλο του τον Γιάννη τον φούρναρη, με την μανέστρα και λίγες τομάτες, να του το ετοιμάσει για το βράδυ και ειδοποιεί την παρέα του, ότι επιτέλους βάζει τον μεζέ και θα τον φάνε το βράδυ.
Στην ταβέρνα του Γιώργου Α. μαζεύεται η παρέα το βράδυ, στρογγυλοκάθονται στο τραπέζι και περιμένουν το γιουβέτσι με το μεζέ. Σε λίγο έρχεται ο μπάρμπα
Γιώργης με το μεζέ (πέδιλο) με τη μανέστρα ροδοκόκκινα απ΄ την πολλή τομάτα,
με την σόλα του πέδιλου (καουτσούκ) προς  τα πάνω, να έχει ξεροψηθεί και να έχει
ποτίσει τομάτα, γιουβέτσι πραγματικό αριστούργημα από τον  Γιάννη τον φούρναρη, ούτε ο Μαμαλάκης δεν θα το πετύχαινε τόσο καλά (τα δερμάτινα λουριά του πέδιλου ήταν προς τα κάτω, για να  πάρει γεύση η μανέστρα).

Αφήνει το γιουβέτσι πάνω στο τραπέζι  και καταφθάνει ο ταβερνιάρης ο Γιώργης
με την πιρούνα και την μαχαίρα να κόψει και να σερβίρει στα πιάτα τον μεζέ, εν τω
μεταξύ λόγω πείνας, ο έτερος της παρέας Γιώργος αρχίζει να τρώει με το κουτάλι απ΄ την πεντανόστιμη  μανέστρα. Τέλος ο ταβερνιάρης πάει να αρχίσει το σερβίρισμα,
προσπαθεί να τρυπήσει το μεζέ, αλλά  σκληρό το καουτσούκ δεν τρυπιέται με τίποτα, ξαναπροσπαθεί, μάταια όμως, τότε λέει:

–Αχ  ρε Γιώργο, παλιό γκιόσα (μεγάλη κατσίκα) σου δώσανε και δεν ψήθηκε.
Ο μπάρμπα Γιώργης σηκώνεται από το τραπέζι και αρχίζει να προχωρά προς την έξοδο, τότε ο  ταβερνιάρης προσπαθώντας να τρυπήσει τον μεζέ στην άκρη, που ίσως ήταν πιο ψημένος, αναποδογυρίζει το πέδιλο και όλοι γουρλώνουν τα μάτια, το στόμα
μένει  ανοικτό τα σάλια τρέχουν, τότε αγανακτισμένος ο ταβερνιάρης αρπάζει το πέδιλο  απ΄ τα λουριά, με την πιρούνα και το εκσφενδονίζει  προς τον μπάρμπα Γιώργη και τον βρίσκει στην πλάτη, λίγο πριν βγει απ την ταβέρνα…..

Η παρέα, κοιτά το γιουβέτσι με την μανέστρα, χωρίς να την αγγίζουν,
γουργουρίζει η κοιλιά τους, λένε με ένα  στόμα  «να πάει χαμένη η ροδοκόκκινη μανέστρα,κρίμα……..»   

Από τότε κουβέντα για μεζέ, ο κύβος είχε ριχτεί …………..
Η παρέα όμως και η φιλία,  παρέα και φιλία, σταθερές,  σε μια εποχή που πέρασε ανεπιστρεπτί, γιατί ήταν μια εποχή πιο αγνή …..  άντε και να το έκανε κάποιος σήμερα, ούτε καλημέρα, δεν θα του ξανάλεγε η παρέα  του.
 Οι άνθρωποι τότε ήταν πιο δεμένοι το ίδιο και οι κοινωνικές σχέσεις  πιο καθαρές και σταθερές, σήμερα οι άνθρωποι είναι  ατομιστές,  εγωιστές….. είναι δεμένοι μόνο με την τηλεόραση. τα σήριαλ και τις   ΣΤΗΜΕΝΕΣ  χαζοεκπομπές, που δείχνει.
Οι οικογένειες, δεν μιλάνε μεταξύ τους, ακόμα και στο φαγητό, ταυτόχρονα παρακολουθούν τα τριτοκοσμικά σήριαλ  ή τις στημένες εκπομπές με τα
οικογενειακά προβλήματα των άλλων που χωρίζουν-ξανασμίγουν, αγαπιούνται-μισούνται, κτυπιούνται-χαϊδεύονται,  βρίζονται…φιλιούνται… και οι οικογένειες με τα μύρια προβλήματα αισθάνονται μια χαρά, όπως αισθανόμασταν  και εμείς πιο παλιά βλέποντας τις ελληνικές ασπρόμαυρες ταινίες της εποχής, με τις δυστυχίες  των
πρωταγωνιστών να  απαλύνουν τα δικά μας προβλήματα και την κακομοιριά μας,
Η  ΣΥΝΤΑΓΗ ΣΧΕΔΟΝ  ΙΔΙΑ,. μόνο που τώρα  οι εκπομπές αυτές είναι και την κατάλληλη ώρα για να μην υπάρχει διάλογος στις οικογένειες………………….

Το ανωτέρω είναι  γραμμένο, κατά το δυνατόν,  για τον  μπάρμπα  Γιώργη, ίσως
τον μεγαλύτερο φαρσέρ- πλακατζή της περιοχής μας, οι άλλοι που αναφέρονται, γραφικοί τύποι και αυτοί, με ιδιαίτερη αναφορά στον  αχώριστο  φίλο του τον Γιώργο Κ. (9 παιδιά αλλά 2 γυναίκες!!).  Κάποτε όταν γύριζαν μεσάνυχτα από την Πλάκα με  τα πόδια, χορτάτοι, μεθυσμένοι, κάπου στο γήπεδο ο μπάρμπα Γιώργης πέφτει κάτω και λέει του φίλου του  «Γιώργο σβήνω, πεθαίνω, κάτι έπαθα», τότε τον φορτώνεται  ο Γιώργης Κ. και τον κουβαλάει μέχρι το  σπίτι του. Μόλις έφτασαν απέξω από το σπίτι ο μπάρμπα Γιώργης τον χτυπάει στην πλάτη και του λέει.

-Γιώργο, εντάξει φτάσαμε, άσε με  κάτω, δεν έχω τίποτα, το έκανα για να σε  δοκιμάσω  και διαπίστωσα ότι είσαι πραγματικός φίλος μπράβο σου!!!…….. Αστραπές, βροντές, εξάψαλμος…….   από τον παθόντα, που έφυγε φουσκωμένος, «ψέλνοντας» αγανακτισμένος, από το κουβάλημα, για το σπίτι του…..
Την επομένη το βράδυ στην ταβέρνα  τα κουτσοπίνανε  μαζί......
  Α.Κ.